Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Μία ιστορία

Μία σταγόνα προσγειώθηκε στη μύτη του.
Ύστερα κι άλλη, και ακολούθησαν ακόμα λίγες.
Μετά από περίπου 10 λεπτά ξέσπασε καταιγίδα.
Το βήμα του άρχισε να επιταχύνει.
Τα ρούχα του είχαν βραχεί αρκετά ώστε να κρυώνει και να τρέμει.
Ο προορισμός του ήταν πολύ μακρυά και το ταξίδι θα γινόταν ακατόρθωτο με την βροχή. 
Αποφάσισε λοιπόν να το αναβάλει προσωρινά.

Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι του οπότε γύρισε πίσω.

Πέταξε τα βρεγμένα ρούχα σε μιαν άκρη.
Ήθελε κάτι ζεστό, αλλά κανένα από τα ροφήματα και τους καφέδες που είχε στο ντουλάπι του δεν ήταν αρκετά ζεστά όσο εκείνο. 
Ήθελε εκείνο.
Είχε αναβάλει όμως το ταξίδι του.
Προσωρινά.

Η καταιγίδα δεν έλεγε να σταματήσει.

Κρατούσε μέρες πολλές και δεν έδειχνε να κοπάζει ούτε για λίγο.
Το κρύο δυνάμωνε και όλο αναζητούσε και περισσότερο εκείνο.
Σκέφτηκε για μια στιγμή να μην περιμένει ούτε λεπτό ακόμα.
Σκέφτηκε να μην περιμένει τον καιρό να ηρεμήσει.
Σκέφτηκε να θα φύγει τώρα.
Και του άρεσε αυτό που σκέφτηκε.
Βγήκε από το σπίτι του ύστερα από τόσες μέρες.
Το κρύο ήταν αφόρητο αλλά ήταν πλέον αποφασισμένος.
Έσφιξε τα δόντια και συνέχισε το περπάτημα.
Όταν έφτασε στην θάλασσα σταμάτησε και την κοίταξε διστακτικά.
Φοβήθηκε.
Αλλά μετά σκέφτηκε ότι όταν φτάσει στον προορισμό του εκείνο θα τον ζεστάνει και πως μετά από ένα κρύο σαν κι αυτό η ζεστασιά θα είναι μεγαλύτερη.
Η σκέψη του αυτή του έδωσε δύναμη να βουτήξει.

Μέρες κολυμπούσε στα παγωμένα νερά.

Η βροχή συνέχιζε δυναμικά και είχε αρχίσει να εξαντλείται.
Το κρύο τον τρυπούσε και ένιωθε πως δεν θα καταφέρει να φτάσει στον προορισμό του.
Είχε κουραστεί πολύ και ο συνδυασμός με το κρύο αποτέλεσε στο να χάσει τις αισθήσεις του.
Το κύμα παρέσυρε το σώμα του μέχρι που ξεβράστηκε στην στεριά.
Είχε φτάσει στον προορισμό του.
Εκείνο τον περίμενε εκεί.
Παρόλο που τον είδε δεν έκανε βήμα να πάει κοντά του.
Ήθελε να περιμένει να ξυπνήσει πρώτα.

Χρειάστηκαν περίπου δύο μέρες για να ξαναβρεί τις αισθήσεις του.

Εκείνο δεν είχε κουνήσει λεπτό από την θέση του.
Όταν άνοιξε τα μάτια του και το είδε, σηκώθηκε αμέσως και το πλησίασε.
Είχε φτάσει πολύ κοντά ώστε να μπορεί να το αγγίξει.
Άπλωσε το χέρι του και το άγγιξε.
Εκείνο σκέπασε μονομιάς κάθε εκατοστό του σώματος του.
Είχε γίνει σαν το περίβλημα του.

Η ζεστασιά απλώθηκε στο σώμα του και ήταν η μεγαλύτερη απόλαυση που είχε ποτέ.

Το σώμα του και η ψυχή του ήταν πολύ κουρασμένα για να αντέξουν κάτι τόσο μεγάλο.
Το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν να χαμογελάσει και μετά από αυτό έπεσε σε ύπνο γλυκό και γαλήνιο.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Μια φορά κι έναν καιρό, αγάπησα και ακόμα αγαπώ

Αγαπάω τον ουρανό
αγαπάω το δροσερό αεράκι  
αγαπάω τον ήλιο 
αγαπάω το δέντρο 
αγαπάω το νερό, την θάλασσα
αγαπάω την στιγμή που μου κρατούσε το χέρι
αγαπάω την αγκαλιά 
αγαπάω την μυρωδιά
αγαπάω τα ζώα
αγαπάω την μουσική
αγαπάω εκείνη την μέρα 
αγαπάω εκείνη την κοπέλα
αγαπάω τα βλέμματα που διασταυρώθηκαν τυχαία ή και όχι
αγαπάω τις στιγμές που έμειναν σιωπηλές 
αγαπάω την αίσθηση του δέρματος του
αγαπάω τα δάκρυα
αγαπάω το γέλιο 
αγαπάω το σώμα
αγαπάω το χώμα 
αγαπάω το φεγγάρι που φώτιζε εκείνη τη βραδιά 
αγαπάω τα σγουρά μαλλιά 
αγαπάω την ανάσα
αγαπάω 

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Όνειρο που περνάει και χάνεται

Σαν σκιά γλιστράει.
Μέσα από τα χέρια σου περνάει.
Δεν πρόλαβες καν να δεις.
Να μυρίσεις, να γευτείς.
Δεν πρόλαβες καν να νιώσεις.
να πονέσεις, να βιώσεις.
Ήταν αέρας δεν πιανόταν.
Χανόταν, περιπλανιόταν.
Ήταν χάδι απαλό.
Που σου γνέφει στο λαιμό.
Σου μιλάει στο αυτί.
Λες και έχει κάτι να σου πει.
Όμως δεν μπορεί.
Την γλώσσα σου δεν την μιλεί.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Let's dance little stranger

Σε θυμάμαι πάντα εκεί, πιο πέρα από ΄τι ήταν μάλλον επιτρεπτό.
Θυμάμαι τον τρόπο που με κοίταξες.
Θυμάμαι τα μάτια σου.
Το μελιπράσινο χρώμα τους.
Δεν ήταν γνώριμο το συναίσθημα.
Δεν ήξερα τι ήσουν για μένα.
Κρατούσες μια ισορροπία στην ζωή μου πάντως.
Θυμάμαι πόσο ήθελα να ακούσω την φωνή σου.
Αλλά δεν επικοινωνήσαμε ποτέ με λόγια.


Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Το κορίτσι.

Ήταν ένα κορίτσι μικρό
με μπερδεμένο μυαλό.
Σκεφτόταν τόσα πολλά
που παρανοούσε καθημερινά.
Πληγωμένη πολύ
από την ίδια την ζωή,
ζούσε απλά
χωρίς να περιμένει πολλά.
Δάκρυα στα μάτια της
κανείς δεν είχε δει
γιατί το κορίτσι
δεν είχε αγγιχθεί.
Συχνά οι άνθρωποι την ξεγελούσαν
όμως μετά πάλι πίσω την πετούσαν.
Νόμιζε για λίγο πως την ευτυχία έχει βρει
όμως η απογοήτευση της έκοβε την πνοή.
Είχε συνηθίσει στην κατάσταση αυτή
οπότε ζούσε έτσι χωρίς να περιμένει αλλαγή.
Γνώριζε ανθρώπους μα δεν την συγκινούσαν
και είχε αρχίσει να βαριέται όσους τα πολυλογούσαν.
Πίστεψε λοιπόν πως δεν θα ξανανιώσει
και μια ζωή απάθειας πως θα βιώσει.
Μια μέρα όμως είδε ψηλά στον ουρανό
τον ήλιο σαν κοίταξε της καθάρισε το μυαλό.
Πίστεψε πως εκείνος θα μπορέσει να την σώσει
έτσι ώστε πάλι συναισθήματα να νιώσει.
Έτσι λοιπόν για μακρινό ταξίδι είχε ξεκινήσει
τον ήλιο έβαλε σκοπό να πάει να συναντήσει.
Όμως το κορίτσι δεν άργησε πολύ
να διαπιστώσει ότι υπάρχει πρόβλημα βαρύ.
Σε κάθε βήμα που έκανε να φτάσει πιο κοντά του
εκείνος την έλουζε με την καυτή φωτιά του.
Το κορίτσι τότε πίστεψε πως δεν θα καταφέρει
τον όμορφο τον ήλιο στα χέρια της να φέρει.
Στιγμή όμως δεν σκέφτηκε το ταξίδι της να σταματήσει
και τον ήλιο τον καυτό ποτέ να μην γνωρίσει.
Η ζέστη ήταν αφόρητη για το μικρό κορίτσι
και δάκρυα πολλά στο μάγουλο της είχαν κυλήσει.
Το κορίτσι τότε συνειδητοποίησε πως είχε ξανανιώσει
χάρης τον ήλιο τον καυτό που την είχε λιώσει.
Του ψέλλισα ευχαριστώ, κι ας πια πονούσα τόσο 
γιατί κατάφερα ξανά τουλάχιστον να νιώσω.